ἀρρηφόρος

ἀρρηφόρος
Grammatical information: f.
Meaning: name of the girls, who in Athens carried the symbols of Athena in procession (Paus.).
Other forms: ἐρρηφόρος, -έω (inscr.); and ἐρσηφόρος, -ία (also ἐρσε-, ἐρσο-; inscr., Sch. Ar.).
Derivatives: ἀρρηφορία `procession of ἀρρηφόροι' (Lys.)
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Unexplained. In antiquity derived from ἄρρητος `unsaid, mystrerious' (with ununderstandable loss of -το-; there is no evidence for *ἀρρητ- ), resp. ἔρση `dew', also name of a daughter of Kekrops. Adrados, Emerita 19 (1951) 117-133. Burkert, Hermes 94 (1966) 1ff.
Page in Frisk: 1,151-152

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αρρηφόρος — ἀρρηφόρος, η (Α) κοπέλα που έπαιρνε μέρος στην πομπή των Αρρηφορίων. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. αρρηφόρος καθώς και οι σημασιολογικά παράλληλοι τ. ερρηφόρος και ερσηφόρος είναι αβέβαιης ετυμολ. και έχουν γίνει πολλές υποθέσεις για την προέλευσή τους.… …   Dictionary of Greek

  • ἀρρηφόρος — maiden who carried the symbols fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρρηφόροιο — ἀρρηφόρος maiden who carried the symbols fem gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρρηφόρῳ — ἀρρηφόρος maiden who carried the symbols fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αρρηφορία — Αρχαία γιορτή της Αθηνάς Πολιάδας, που ονομάστηκε έτσι από τις τέσσερις Αρρηφόρες κόρες. Εορταζόταν το καλοκαίρι, τον μήνα Σκιροφοριώνα (περίπου Ιούνιο). Οι Αρρηφόρες έμεναν στην Ακρόπολη πολλούς μήνες, φορώντας άσπρη εσθήτα και χρυσά κοσμήματα… …   Dictionary of Greek

  • αρρηφορώ — ἀρρηφορῶ ( έω) (Α) [αρρηφόρος] τελώ τα Αρρηφόρια …   Dictionary of Greek

  • ἀρρηφόροι — masc nom/voc pl ἀρρηφόρος maiden who carried the symbols fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρρηφόροις — Ἀρρηφόροι masc dat pl ἀρρηφόρος maiden who carried the symbols fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρρηφόρους — Ἀρρηφόροι masc acc pl ἀρρηφόρος maiden who carried the symbols fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρρηφόρων — Ἀρρηφόροι masc gen pl ἀρρηφόρος maiden who carried the symbols fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.